Skip to main content
play button christianity Ακούστε  |  48kbps  |  96kbps  |
on air christianity
Χωρίς πληροφορίες...

spanish flag      greek flag


Τάσος Μπαγδικιάν & Ευαγγελία Σαμπάνη

“Διότι ότε υπήρχετε δούλοι της αμαρτίας, υπήρχετε ελεύθεροι από της δικαιοσύνης. Τίνα λοιπόν καρπόν είχετε τότε εξ εκείνων των έργων, διά τα οποία τώρα αισχύνεσθε; διότι το τέλος εκείνων είναι θάνατος.Αλλά τώρα ελευθερωθέντες από της αμαρτίας και δουλωθέντες εις τον Θεόν, έχετε τον καρπόν σας εις αγιασμόν, το δε τέλος ζωήν αιώνιον.” Προς Ρωμαίους σ΄20-22.

 |  Ομολογίες

“Διότι ότε υπήρχετε δούλοι της αμαρτίας, υπήρχετε ελεύθεροι από της δικαιοσύνης. Τίνα λοιπόν καρπόν είχετε τότε εξ εκείνων των έργων, διά τα οποία τώρα αισχύνεσθε; διότι το τέλος εκείνων είναι θάνατος.Αλλά τώρα ελευθερωθέντες από της αμαρτίας και δουλωθέντες εις τον Θεόν, έχετε τον καρπόν σας εις αγιασμόν, το δε τέλος ζωήν αιώνιον.” Προς Ρωμαίους σ΄20-22.

Αυτό το μήνα, θα μας δώσουν τη μαρτυρία τους για τον Χριστό, ο αδελφός μας Τάσος Μπαγδικιάν και η σύζυγος του Ευαγγελία Σαμπάνη από την εκκλησία της Νίκαιας.

Αδελφέ Τάσο, είναι πολύ ωραίο πιστεύω, να ομολογούν νέοι άνθρωποι τον Χριστό. Πόσον ετών είστε ακριβώς;           

Η Ευαγγελία είναι 28 χρονών, εγώ είμαι 32. Έχω γεννηθεί το 1993 κι ευχαριστώ τον Θεό γιατί γεννήθηκα μέσα σε μια χριστιανική οικογένεια. Ο πατέρας μου Αρμένιος, γεννημένος στη Συρία, γνώρισε τον Χριστό όταν ήρθε στην Ελλάδα. Η μητέρα μου, από τη Ζάκυνθο, πίστεψε στον Κύριο όταν ήρθε σαν νέα κοπέλα στην Αθήνα, και ο Θεός τούς ένωσε σε οικογένεια στην Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής της Νίκαιας.

Οπότε γεννήθηκες μέσα στην εκκλησία.

Γεννήθηκα μέσα στην εκκλησία κι εγώ και ο αδελφός μου, δύο χρόνια μικρότερος. Και μεγάλωσα μέσα στο Κυριακό σχολείο, με ωραία μαθήματα, με εκδρομές και με προσευχές όπου βαπτίζονταν πολλά παιδιά με Πνεύμα Άγιο. Δεν είχα σαν παιδί κάποια ιδιαίτερη πνευματική εμπειρία, όταν πήγα όμως στο Γυμνάσιο έβλεπα τα άλλα παιδιά της εκκλησίας που βαπτιζόντουσαν στο νερό και ζήλεψα, ήθελα να το κάνω κι εγώ. Χωρίς να έχω επίγνωση, απλά δεν ήθελα να μείνω πίσω. Κι επειδή  επέμενα πάρα πολύ βαπτίστηκα τελικά. Η συνέχεια δυστυχώς δεν ήταν η ανάλογη. Άρχισα να κάνω παρέες στο σχολείο, άρχισαν τα πάρτι, οι κινηματογράφοι και στην εκκλησία που πήγαινα, το μυαλό μου πλέον ήτανε μόνο σε όλα αυτά. Κι αφού πέρασε το Γυμνάσιο μέσα σε αυτή τη μέτρια κατάσταση, μόλις πήγα στο Λύκειο εκεί άρχισε μπορώ να πω η κατρακύλα. Ξεκίνησα να οδηγάω μηχανάκι, αρχίσανε και οι πρώτες σχέσεις με κοπέλες και πλέον πίστευα ότι τόσο καιρό ήμουν καταπιεσμένος και ήρθε η ώρα να ζήσω μια διαφορετική ζωή. Κάπου εκεί ο Θεός επέτρεψε στη ζωή μας κάτι πολύ δύσκολο, όταν η μητέρα μου αρρώστησε με καρκίνο. Όλη η εκκλησία μπήκε τότε σε ένα αγώνα προσευχής, με αίτημα, την θεραπεία της “αδελφής Σίας,” όπως φώναζαν την μητέρα μου (Διονυσία την έλεγαν κανονικά). 

Πως σε επηρέασε αυτό το γεγονός;

Μπορώ να πω ότι αρχικά δεν με είχε “ακουμπήσει”, γιατί η μητέρα μου είχε γενικώς θέματα υγείας, πήγαινε συχνά σε νοσοκομεία και πίστευα ότι και πάλι θα βγει σύντομα. Αλλά μια μέρα πήγα στο νοσοκομείο χωρίς να ενημερώσω κανέναν και μόλις την είδα κατάλαβα ότι ήταν σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Πόναγε πάρα πολύ, της είχανε δώσει κάποια πολύ βαριά παυσίπονα και μόλις με κοίταξε, δεν είπε τίποτε, μόνο μου χαμογέλασε. Είπε όμως πάρα πολλά με το βλέμμα της. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που την είδα, την άλλη μέρα μας ανακοίνωσε ο πατέρας μου ότι έφυγε, την πήρε μαζί Του ο Κύριος. Τότε η καρδιά μου γέμισε θλίψη και οργή, θεώρησα ότι ο Θεός φάνηκε σκληρός μαζί μου και αποφάσισα να μην ξανασχοληθώ με όλα αυτά και να πάρω τη ζωή μου στα χέρια μου. Πήγα φαντάρος και μόλις απολύθηκα βρήκα μια δουλειά στη νύχτα. Στα ίδια μέρη στα οποία έβγαινα. Στην αρχή σε ένα καφέ, μετά μου έγινε πρόταση και για ένα κλαμπ, κι άρχισα να μπαίνω όλο και πιο βαθιά σε αυτόν τον χώρο. Ήτανε πλέον σαν να μην γνώριζα τίποτε για τον Θεό, ήθελα να ζήσω “ελεύθερος” (έτσι νόμιζα) και ο Διάβολος μού τα έδινε όλα απλόχερα. Πιο πολλά χρήματα, πιο πολλή αναγνώριση στο κοινωνικό μου περίγυρο, πιο πολλές σχέσεις εφήμερες....

Άρχισαν και οι καταχρήσεις;

Ναι, και τσιγάρο άρχισα να καπνίζω και να πίνω αλκοόλ (αν και πιο μικρός το απεχθανόμουνα και δεν μπορούσα να πιώ ούτε μια μπύρα) και αργότερα έμπλεξα και με τις ουσίες, με την κοκαΐνη συγκεκριμένα. Η οποία σε κάποια στιγμή μού είχε γίνει απαραίτητη, για να μπορώ να εργάζομαι κάθε βράδυ, για πολλές ώρες συνεχόμενα. Και σε αυτό υπήρχε αφθονία, με ανθρώπους δίπλα μου να με κερνάνε συνέχεια. Έφθασα τελικά σε ακραίο σημείο και πολλές φορές, ενώ τέλειωνα ξημερώματα από τη δουλειά, δεν πήγαινα για ύπνο, αλλά συνέχιζα “σερί” κάνοντας και την ανάλογη χρήση, μέχρι και το επόμενο ξημέρωμα. Κι όταν γύρναγα τελικά σπίτι, μετά από πολλές ώρες καταχρήσεων, από την υπερένταση δεν κοιμόμουνα, μόνο κοίταζα το ταβάνι, νιώθοντας μέσα μου ένα απέραντο κενό. Έβλεπα τη ζωή μου ότι δεν καρποφορεί, προσπαθούσα να επενδύσω σε κάποιες σχέσεις, να χτίσω κάτι σοβαρό, αλλά δεν προχωρούσε τίποτε, όλα διαλυόντουσαν. Τώρα που τα θυμάμαι όλα αυτά, λυπάμαι πραγματικά και ντρέπομαι μπορώ να πω. Τελικά κάποια στιγμή επειδή είχα κουραστεί από τη νύχτα, έπιασα μια μεσημεριανή δουλειά σε ένα ψητοπωλείο. Λίγο πριν γίνει όμως αυτό, συνέβη ένα άλλο σοβαρό γεγονός στη ζωή μου. Με πήρανε ένα βράδυ τηλέφωνο και μου είπαν ότι τράκαρε άσχημα με το μηχανάκι ο αδελφός μου και τον πάνε στο νοσοκομείο. Έφυγα, πήγα στα επείγοντα κι αυτό που αντίκρισα ήταν πάρα πολύ βαρύ. Ο αδελφός μου στο φορείο αναίσθητος, το πρόσωπο του παραμορφωμένο από το ατύχημα και οι γιατροί να τρέχουν για να σώσουν τη ζωή του. Τα έχασα κι αν και είχα πολλά χρόνια να προσευχηθώ, γονάτισα εκεί, μπροστά στο φορείο και φώναξα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου: “Κύριε, σώσε τη ζωή του κι εγώ θα επιστρέψω.”

Ένιωσες κάπου υπεύθυνος;

Σίγουρα. Ο Κύριος τελικά έκανε χάρη, ο αδελφός μου έγινε καλά, εγώ όμως δεν τήρησα αυτό που είπα στον Θεό. Και αν και για ένα διάστημα πήγαινα στην εκκλησία, μόλις βγήκε ο αδελφός μου από το νοσοκομείο σταμάτησα. Μετά από λίγο καιρό όμως, ήρθε η ώρα της επιστροφής μου. Στο ψητοπωλείο που δούλευα, μας έφερνε κρέατα ένας αδελφός μας, ο Αρτούρ με τον οποίο είχαμε μεγαλώσει μαζί. Και μια μέρα που είχε έρθει στο μαγαζί, μου λέει: “Τάσο τι περιμένεις; Πάρε σταθερή απόφαση και γύρνα πίσω. Μην χαραμίζεις άλλο τη ζωή σου.” Εκείνη την ώρα ήταν σαν να έφαγα ένα δυνατό χαστούκι και να ξύπνησα. Και του είπα: “Αρτούρ, το πήρα απόφαση, θα ακολουθήσω τον Χριστό.” Από τότε ξεκίνησα να έρχομαι κάθε Κυριακή στην εκκλησία κι άρχισε ο Κύριος σιγά-σιγά να με θεραπεύει και να κλείνει τις πληγές μου. Ήθελα να έρχομαι περισσότερο όμως η δουλειά μου δεν το επέτρεπε και ο Κύριος μέσα σε μια εβδομάδα μου έδωσε άλλη δουλειά, σε ταχυμεταφορές με ένα φορτηγάκι. Άφησα τη νύχτα τελείως, φύγανε τα ποτά, φύγανε οι ουσίες και είχε μείνει μόνο το τσιγάρο. Ώσπου τον Νοέμβριο του 2021 σε μια ολονύχτια προσευχή στη Νίκαια, ο Κύριος με επισκέφτηκε και με ελευθέρωσε και από το τσιγάρο. Και ήξερα τότε, ότι αυτό που δεν έκανα σαν παιδί έπρεπε να το κάνω τώρα. Να ζητήσω με όλη μου τη καρδιά το πρόσωπο του Κυρίου ώστε να βαπτιστώ με Πνεύμα Άγιο. Ξεκίνησα λοιπόν έναν πνευματικό αγώνα, ξεκίνησα να νηστεύω, να προσεύχομαι, να διαβάζω καθημερινά την Αγία Γραφή και άκουγα συνέχεια κηρύγματα, από τον ραδιοφωνικό σταθμό “Χριστιανισμός” μέσα στο φορτηγάκι που δούλευα. Μέσα σε αυτό το φορτηγάκι αναγεννήθηκα, καθώς συντριβόταν η καρδιά μου, ακούγοντας τα λόγια του Θεού. Και πολλές φορές απορούσαν μαζί μου οι άνθρωποι, καθώς τους παρέδιδα τα δέματα τους, βουρκωμένος και κλαμένος. Δεν με ενδιέφερε όμως καθόλου τι θα πούνε για μένα, με ενδιέφερε μόνο να είμαι στην παρουσία του Θεού. Εκείνη την εποχή, γνωρίζω  σε ένα σπίτι αδελφών τη σημερινή γυναίκα μου την Ευαγγελία. Δεν μπορώ να πω ότι μπήκε  κάτι στη καρδιά μου, γιατί ούτε καν πέρναγε τότε από το μυαλό μου το θέμα της αποκατάστασης. Είχε μπει όμως στη καρδιά της γυναίκας μου και προσευχόταν ο Κύριος να την βεβαιώσει αν ήταν το θέλημα Του. Ώσπου μια μέρα, όπως ήμουν κοντά στην έξοδο της εκκλησίας και πήγα να τη χαιρετήσω, εκείνη ντράπηκε, έκανε μια νευρική κίνηση για να φύγει και με χτύπησε κατά λάθος με την πόρτα.

“Έφαγες πόρτα” όπως λέμε.

Ναι, στην κυριολεξία. Επικοινωνήσαμε μετά, μου ζήτησε συγγνώμη, όμως εκείνη τη μέρα κατάλαβα ότι κάτι εργάζεται ο Θεός και ξαφνικά μπήκε η Ευαγγελία μέσα στη καρδιά μου. Την άλλη μέρα το πρωί είπα “Κύριε, άραγε αυτή η κοπέλα είναι για μένα;” Την ίδια στιγμή με επισκέφτηκε ο Κύριος με πολλή δύναμη, άρχισα να δοξάζω τον Θεό, να κλαίω και κατάλαβα ότι ο Κύριος μού μιλάει και με βεβαιώνει. Το ίδιο βράδυ πήγα  να της μιλήσω και αποφασίσαμε να μπούμε μαζί σε έναν αγώνα νηστείας και προσευχής ώστε να είμαστε απόλυτα σίγουροι ότι ο Κύριος είναι μαζί μας. Ο Θεός μας διαβεβαίωσε, το ανακοινώσαμε και στην εκκλησία και όλοι οι αδελφοί χαρήκανε πάρα πολύ όταν το άκουσαν. Είχα όμως έναν δισταγμό μέσα μου όσον αφορά το ότι δεν είχα βαπτιστεί ακόμα με Πνεύμα Άγιο. Και το έβαλα σαν αίτημα, να βαπτιστώ πριν από τον γάμο. Ώσπου ήρθε ένας εργάτης του Ευαγγελίου να μιλήσει στη Νίκαια και μετά το κήρυγμα, προσευχήθηκε για μένα, με βοήθησε και μόλις πήγα να δοξάσω τον Θεό άλλαξε η γλώσσα μου, ήρθε το Πνεύμα το Άγιο μέσα μου σαν φωτιά και άρχισα να υμνώ τον Θεό με ένα χείμαρρο από γλώσσες. Έτσι ακριβώς το είχα ζητήσει, να βαπτιστώ με πολλή δύναμη, κι ευχαριστώ τον Θεό, γιατί τρείς μέρες πριν παντρευτώ έλαβα το καλύτερο δώρο γάμου που θα μπορούσα να λάβω.

Έλαβες για δώρο γάμου τον αρραβώνα του Πνεύματος.

Αμήν. Και λίγο καιρό μετά τον γάμο η Ευαγγελία έμεινε έγκυος κι έτσι ο Κύριος μας χάρισε την κόρη μας την Σία. Της έδωσα το όνομα της μητέρας μου. Περάσαμε μετά μια δοκιμασία με την υγεία της συζύγου μου και αμέσως μετά, ήταν η ώρα του Θεού να μας καλέσει στο έργο Του. Η εκκλησία της Νίκαιας μάς εξέλεξε να την υπηρετήσουμε από τη θέση του διακόνου και πραγματικά μπήκαμε κατευθείαν στα βαθιά που λέμε.

Δηλαδή, αφού επέστρεψες στην εκκλησία, μέσα σε 4 χρόνια, είχες αναγεννηθεί, είχες λάβει Πνεύμα Άγιο, είχες παντρευτεί, είχες αποκτήσει παιδί και είχες γίνει και διάκονος. Είναι αυτό που λέει ο Λόγος του Θεού: “Θα αναπληρώσω εις εσάς τα έτη, που κατέφαγε η ακρίς, ο βρούχος και η ερυσίβη.”

Ακριβώς, δόξα στον Θεό. Ο Κύριος μου χάρισε περισσότερα από όσα ζητούσα ή μπορούσα να φανταστώ.

Αδελφή Ευαγγελία, να περάσουμε όμως και στη δική σου ομολογία...

Αμήν. Ευχαριστούμε πολύ τον Θεό για αυτή την πρόσκληση και για την ευκαιρία που μας δίνει να Τον ομολογήσουμε. Έχω γεννηθεί το 1997 σε μια πολύτεκνη οικογένεια, έχω άλλα πέντε αδέλφια μικρότερα και μεγάλωσα κοντά στη Θήβα, στα Δερβενοχώρια. Οι γονείς μου είχανε μεγάλη διαφορά ηλικίας -είκοσι χρόνια- κι έτσι ο γάμος τους είχε από την αρχή αρκετά προβλήματα. Γι’ αυτό κι εγώ σαν παιδί, ήμουν πάντα πολύ συνεσταλμένη, πολύ κλειστή, πολύ μελαγχολική. Σαν οικογένεια είχαμε μια τυπική σχέση με την θρησκεία, με εξαίρεση την γιαγιά μου, η οποία ακολουθούσε το παλιό ημερολόγιο και μας πήγαινε συχνά επισκέψεις σε διάφορα μοναστήρια. Εκεί είδα κάποια πράγματα που με προβλημάτισαν αλλά και με απομάκρυναν κιόλας. Το 2008 πίστεψε στον Κύριο και μπήκε στην Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής η αδελφή της μαμάς μου, η θεία μου. Εμείς μάθαμε τότε ότι κάπου έμπλεξε, τίποτε παραπάνω.

Στα Δερβενοχώρια ζούσε κι εκείνη;

Όχι, ζούσε στη Νίκαια. Παρόλη την απόσταση όμως. βιώναμε έντονα τον διωγμό που περνούσε από την υπόλοιπη οικογένεια. Ένα καλοκαίρι  όμως που είχαμε πολλή δουλειά (ο πατέρας μου είναι γεωργός και κτηνοτρόφος)  ήρθε στο χωριό για να μας βοηθήσει. Μας μιλούσε για τον Χριστό κι εγώ είχα θυμάμαι πολλές απορίες γύρω από διάφορα που έβλεπα στη θρησκεία. Μου έδινε τότε συγκεκριμένες απαντήσεις μέσα από τον Αγία Γραφή, και μου φαινόντουσαν όσα έλεγε πολύ απλά και λογικά. Και της είπα τότε “Θέλω να έρθω στην εκκλησία που πηγαίνεις.” Και μου λέει “Προσευχήσου στον Θεό να ανοίξει δρόμο.”Από την ώρα που μου το είπε, προσευχόμουν πολύ έντονα και την άλλη μέρα το πρωί που θα έφευγε πήρα τηλέφωνο τον πατέρα μου και τον παρακάλεσα να πάω, έστω για μια μέρα, μαζί της. Και πραγματικά, δεν ξέρω πως έγινε και με άφησε χωρίς καμία αντίρρηση. Εκείνο το βράδυ πήγαμε στην εκκλησία στο Παλαιό Φάληρο, άκουσα το κήρυγμα, δεν κατάλαβα πολλά πράγματα, αλλά ο Θεός με επισκέφτηκε στη προσευχή που είχε μετά. Μόλις ξεκίνησα να ψέλνω, άρχισα κατευθείαν να κλαίω. Δεν ήξερα γιατί, απλά ένιωθα τη παρουσία του Θεού κι έκλαιγα. Μετά ήρθαν οι αδελφοί να με χαιρετήσουνε και μου λέγανε όλοι “Ο Χριστός σε αγαπάει” κι όπως το άκουγα, το ένιωθα κιόλας μέσα μου, το εισέπραττα μπορώ να πω. Από εκείνη τη μέρα δεν ξανάνοιξε ο δρόμος να έλθω στην εκκλησία, όμως δεν μπορούσα να ξεχάσω αυτό που ένιωσα εκείνο το βράδυ. Είχα βεβαιωθεί ότι ο Χριστός είναι ζωντανός, ότι με ακούει και πίστευα πως όταν μεγαλώσω θα ξαναπάω στην εκκλησία κι εκεί θα ξεκινήσω τη ζωή μου.

Είχες πάρει την Καινή Διαθήκη για να διαβάσεις;

Είχα μια Καινή Διαθήκη, στη Δημοτική, την διάβαζα στην αρχή αλλά σιγά-σιγά σταμάτησα. Στα 17 μου ξαναήρθε μια μέρα η θεία μου στο σπίτι για επίσκεψη κι εγώ τότε έδινα Πανελλήνιες. Με ρώτησε πως είμαι με τον Θεό, μου είπε να διαβάζω τη Καινή Διαθήκη, αλλά μου φάνηκε σαν υπερβολή, εγώ δεν προλάβαινα να διαβάσω καλά-καλά τα μαθήματα μου. Την επόμενη μέρα όμως άνοιξα την Καινή Διαθήκη, ο Λόγος του Θεού άγγιξε αμέσως την καρδιά μου κι από εκείνη τη μέρα άρχισα να διαβάζω κάθε μέρα. Πήγαινα τότε φροντιστήριο στην Ελευσίνα και κάθε Κυριακή γράφαμε διαγώνισμα. Και κανόνισα να γράφω το διαγώνισμα Σάββατο και τις Κυριακές πήγαινα κρυφά στην εκκλησία. Η αγωνία μου βέβαια ήταν πολύ μεγάλη, μήπως ο πατέρας μου το ανακαλύψει. Στη μητέρα μου το είχα πει και δεν είχε πρόβλημα. Η συμβουλή των αδελφών στην εκκλησία ήταν να ζητάω το Πνεύμα το Άγιο αλλά μου φαινόταν τότε κάτι πολύ μακρινό, εμένα η προσευχή μου ήταν απλά να ανοίγει δρόμος να πηγαίνω στην εκκλησία. Ο Θεός όμως είχε άλλα σχέδια. Μια μέρα που ήμουν μόνη στο σπίτι, βρήκα την ευκαιρία να γονατίσω για λίγο, να προσευχηθώ. Ήρθε μετά ο πατέρας μου και τα αδέλφια μου και σταμάτησα κι έκατσα να διαβάσω. Δεν μπορούσα όμως να συγκεντρωθώ και μέσα μου έψελνα συνέχεια έναν ύμνο που λέει “Χαρείτε κι ενωμένοι υψώστε...” Και στην επωδό που λέει “Ζει ο Θεός...” ανατρίχιαζα, το ζούσα πραγματικά. Κλείνω  τότε τα μάτια μου και λέω “Κύριε, δώσε μου το Πνεύμα σου το Άγιο...” κι εκείνη την ώρα έρχεται μια φωτιά μέσα στη καρδιά μου κι από το στόμα μου βγήκε ένας χείμαρρος ξένων γλωσσών. Το θαυμαστό είναι ότι ο πατέρας μου και τα αδέλφια μου ήτανε ακριβώς δίπλα και  δεν κατάλαβαν τίποτε. Βγήκα έξω κλαίγοντας από την συγκίνηση κι εκείνοι νόμιζαν ότι έκλαιγα από το άγχος μου για τις Πανελλήνιες. Από τότε ζούσα πραγματικά τον Ουρανό εδώ στη γη. Και την επόμενη μέρα δεν με αναγνωρίζανε στο σχολείο, γιατί με είχανε συνηθίσει πάντα μελαγχολική, ενώ τώρα βλέπανε το πρόσωπο μου να λάμπει. Χαρήκανε πάρα πολύ και οι αδελφοί όταν το μάθανε και περιμέναμε πότε θα ενηλικιωθώ για να βαπτιστώ στο νερό και να κάνω το θέλημα του Θεού. Πράγματι, Κυριακή 28 Ιουνίου του 2015 βαπτίστηκα στο νερό, στο Παλαιό Φάληρο και τότε ο Κύριος μου μίλησε με το όνομα μου με προφητεία και μου είπε ότι θα έρθουν δυσκολίες αλλά Εκείνος έχει για μένα ένα μέλλον ένδοξο. Λίγο καιρό μετά οι γονείς μου χώρισαν, η μητέρα μου έφυγε από το σπίτι και ο πατέρας μου έμαθε ότι πηγαίνω στην εκκλησία. Από εκείνη τη μέρα ήμουνα εσώκλειστη μέσα στο σπίτι για έξι μήνες. Μου είχανε πάρει το κινητό, μου είχανε πάρει την Καινή Διαθήκη, με τρέχανε σε μοναστήρια, με διαβάζανε, με ραντίζανε με αγιασμό... Το μόνο που μπορούσα να κάνω, ήταν όποτε έβρισκα ευκαιρία, να προσεύχομαι κρυφά.

Σε πλήρωνε ο Κύριος με Πνεύμα Άγιο;

Ναι, και μου έδινε πολλή δύναμη και χάρη να τα αντέχω όλα αυτά. Ξέχασα να πω ότι δεν πέρασα τελικά στις Πανελλήνιες και είχα γραφτεί σε ένα δημόσιο ΙΕΚ. Ο πατέρας μου όμως δεν ήθελε να με αφήσει να πάω, ήθελε να με κρατήσει στο χωριό και μάλιστα μου είχε βρει και γαμπρό για να παντρευτώ και να ξεχάσω τον Θεό. Έτσι τον είχανε συμβουλεύσει. Μετά από έξι μήνες τελικά άλλαξε γνώμη και με άφησε να πάω, πολύ διστακτικά όμως. Και πάλι βέβαια ήμουνα κάτω από πολύ στενή παρακολούθηση και με έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνο. Η σχολή μου ήτανε στο Χαϊδάρι κι έμενα στη προγιαγιά μου, στα σύνορα Χαϊδάρι με Αγία Βαρβάρα. Φοβόμουνα στην αρχή να πάω εκκλησία -αν και δεν ήταν μακριά μου- κάποια στιγμή όμως άρχισα να πηγαίνω, ώσπου μια μέρα με κατάλαβε ο πατέρας μου και τότε έγινε μια πολύ μεγάλη φασαρία. Με φωνές, με ξύλο και τελικά μου λέει “Την Παρασκευή θα σε πάμε για εξορκισμό γιατί έχεις κυριευθεί από δαιμόνιο.”  Και είπα μέσα μου “Αν Κύριε πρέπει να το περάσω κι αυτό ας το περάσουμε μαζί.” Εκείνες τις μέρες προσευχόμουνα πάρα πολύ και τελικά λίγο πριν την Παρασκευή, την Πέμπτη, μίλησα μετά από πολλούς μήνες με τη μητέρα μου, της είπα τι έγινε κι εκείνη δέχτηκε να πάω να μείνω μαζί της. Εκεί έμεινα μόνο ένα εξάμηνο, γιατί συζούσε με έναν άνθρωπο, μετά έμεινα για λίγο στη θεία μου και μετά προσφέρθηκαν να με φιλοξενήσουν αδέλφια από την εκκλησία του Παλαιού Φαλήρου. Κυρίως έμεινα σε μια αδελφή μας στην Αγία Βαρβάρα. Πήγαινα πλέον στην εκκλησία ελεύθερα και ξεκίνησα και να δουλεύω, έπιασα δουλειά σε ένα φούρνο στο Παλαιό Φάληρο. Λίγο μετά ξεκίνησε η καραντίνα και έγινε κι ένα ατυχές περιστατικό το οποίο με έκανε λίγο  να “κρυώσω” πνευματικά. Πήγαινα πάντα στην εκκλησία, αλλά είχα βάλει πλέον σαν προτεραιότητα τη δουλειά, για να μαζέψω χρήματα και να νοικιάσω ένα σπίτι μόνη μου. Πάνω εκεί ο Κύριος με έναν θαυμαστό τρόπο με οδήγησε στην εκκλησία της Νίκαιας. Τότε ήρθα σε ένα δίλλημα γιατί ήμουν πολύ δεμένη συναισθηματικά με τα αδέλφια στο Φάληρο που με είχαν βοηθήσει πάρα πολύ. Είδα τότε ένα ενύπνιο. Είδα ότι μάζευα τα πράγματα μου και μετακόμιζα σε ένα άλλο διαμέρισμα αλλά μέσα στην ίδια πολυκατοικία. Τότε το αποφάσισα, πήγα στην εκκλησία του Παλαιού Φαλήρου, αποχαιρέτισα όλους τους αδελφούς -που μου είχαν συμπαρασταθεί με πολύ αγάπη- κι από τότε είμαι στη Νίκαια.

Κι εκεί συνάντησες τον Τάσο.

Ναι, τότε μόλις, είχε ξαναέρθει στην εκκλησία ο Τάσος. Από την πρώτη στιγμή μπήκε στην καρδιά μου, φοβόμουν όμως κιόλας πάρα πολύ, δεν ήθελα να μπαίνουν στην καρδιά μου πράγματα που δεν είναι από τον Θεό.  Ο Κύριος με βεβαίωσε τότε με πολλά σημεία, αλλά μέχρι να δώσουμε λόγο με τον Τάσο ένιωθα άβολα και προσπαθούσα να τον αποφεύγω. Έτσι έγινε το περιστατικό που σας είπε, που τον χτύπησα με την πόρτα από την αμηχανία μου. Τελικά όλα πήγαν καλά, πολύ σύντομα ορίσαμε ημερομηνία γάμου κι από εκείνη τη στιγμή ο Κύριος άρχισε να μας προμηθεύει πράγματα. Μια πελάτισσα στο μαγαζί μού έφερε κάτι κατσαρόλες, κάποιος άλλος καρέκλες, από το πουθενά πραγματικά άρχισε να γεμίζει το σπίτι μας. Ο Κύριος δεν μας στέρησε τίποτε και πολύ γρήγορα μας χάρισε και τη κόρη μας την Σία.

Δόξα στον Θεό. Τι θα ήθελες να πεις κλείνοντας, μετά από όλες αυτές τις δυσκολίες που πέρασες;

Ο Κύριος δεν μας υποσχέθηκε ποτέ στο Λόγο Του ότι θα ακολουθήσουμε ένα δρόμο εύκολο, στρωμένο με ροδοπέταλα. Λέει τα πράγματα στον άνθρωπο ξεκάθαρα, “Στενή η πύλη και τεθλιμένη η οδός που οδηγεί στη ζωή”. Όμως και αλλού λέει ότι “μαζί με τον πειρασμό θα κάνει και την έκβαση.” Δεν μας αφήνει ο Θεός να πειραστούμε παραπάνω από όσο αντέχουμε και μας λέει ότι θα είναι μαζί μας όλες τις ημέρες της ζωής μας και τις καλές και τις άσχημες. Πραγματικά δεν έχουμε κανένα παράπονο από τον Θεό και Τον ευχαριστούμε που μας αγαπάει, μας ανέχεται και μας διορθώνει, για να μας ετοιμάσει για την βασιλεία Του.

Αμήν. Τάσο, κι εσύ κάποτε με ένα παράπονο για τον θάνατο της μητέρας σου, σκλήρυνες τη καρδιά σου, πως βλέπεις τώρα τα πράγματα;

Μου έδωσε ο Θεός να καταλάβω, το πως βλέπει ο Ίδιος το βάρος της αιωνιότητας, το πως αγωνίζεται ώστε να εισέλθει μια ψυχή στην βασιλεία των ουρανών. Ο Θεός δεν λειτουργεί με βάση τα συναισθήματα, όπως εμείς, αλλά έχει για τον κάθε άνθρωπο ένα σχέδιο και μια αποστολή, που όταν ολοκληρωθεί, έρχεται η ώρα που τον καλεί κοντά Του. Και αναπαύτηκε η ψυχή μου σε αυτό, γνωρίζοντας πως η μητέρα μου είναι πλέον κοντά Του και μακάρι να βρεθούμε εκεί όλοι μας αλλά και κάθε ψυχή που ακούσει τον Λόγο του Θεού, να δεχτεί τον Χριστό και να απολαύσει την βασιλεία των ουρανών.